Κίχλη

Image and video hosting by TinyPic

Image and video hosting by TinyPic

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

5 ~ Ιουλία Δ. Δραγούμη: Η Μαγδαληνή φθάνει

Αργά το απόγευμα οι «τέσσερεις», με τους γονείς τους, μέσα σε μια βάρκα, περίμεναν το βραδυνό ατμόπλοιο, που μόλις είχε φανεί στο Μπουγάζι.

Τα παιδιά Λάρα και ο Παύλος, μέσα στη μικρή βάρκα με τον Παντελή, περίμεναν κι' εκείνοι κοντά τους. Οι βάρκες είχαν αρκετή κίνηση'
«Βλέπετε,» έλεγεν ο Ιάσων, «πως είχα δίκαιο, αν χορεύομεν έτσι εδώ μέσα, τι θάλασσα θα είχαν έξω!»

Η Ανδρομάχη κύτταζε το ατμόπλοιο που ολοένα μεγάλωνε και πλησίαζε'
«Μα δεν κουνιέται πολύ το ατμόπλοιο» είπεν·

«Γιατί τώρα μπήκε στο λιμένα πια,» είπεν ο πατέρας τους' «μα απ' την Αίγινα μάλιστα, ως τα Μέθανα πρέπει να είχαν αρκετή κίνηση.»

Ήταν πια αρκετά κοντά το ατμόπλοιο και σφύριζε δυνατά' σε λίγο έρριξε την άγκυρα, το τριγύρισαν όλες οι βάρκες και άρχισαν να φωνάζουν και να μαλώνουν οι βαρκάρηδες.

Είχε πολλούς επιβάτες και στην αρχή δεν φαίνονταν κανένας, μα άμα μπόρεσαν να πλησιάσουν άκουσαν, την Δανάη που τους φώναζε, χαρούμενη απ' το απάνω κατάστρωμα'
«Εδώ είμαστε! Χρυσή! Ανδρομάχη! Εδώ είμαστε! Εδώ! Εδώ!».

Και τωόντι υψηλά στη γέφυρα του πλοιάρχου φάνηκε η Κυρία Μαράνου που τους κουνούσε το χέρι' κοντά της, ακουμπησμένη στην κοπαστή, ήταν η Δανάη και μεταξύ τους φαίνονταν ένα κεφαλάκι σκυμμένο, μ' ένα άσπρο καπέλλο.

«Καλώς ωρίσατε!» τους φώναξεν η μητέρα, κι' ο πατέρας πρόσθεσε'
«Φοβούμαι πως θα υποφέρατε μ' αυτόν τον καιρό;»

«Ναι», απήντησεν η Κυρία Μαράνου, «το ατμόπλοιο κουνούσε αρκετά, και η καημένη η Μαγδαληνή μάλιστα, δεν ήταν διόλου καλά.»


Η δυτική κεντρική παραλία με μπουγάζι  (φωτ. Υ.)

[....]«Δανάη, δες!»
«Δανάη κύτταξε!»
«Να, εκεί είναι το βουνό, η Κοιμισμένη!»
«Σκύψε να δης το πρόσωπό της που είναι σαν αρχαίο άγαλμα, πριν περάσωμε»'
«Αντίκρυ είν' ο Γαλατάς»
«Να, το βλέπεις τώρα καθαρά, το σπίτι;»
«Δεν είν' ωραίο;»
«Να, τη βλέπεις τη Μαργαρώ που μας περιμένει στη σκάλα;»
«Να το Προγυμναστήριο! Βλέπεις τη σημαία;»
«Την ανεβάζουν κάθε πρωί στις οκτώ»' είπεν η Ανδρομάχη, «και την κατεβάζουν κάθε βράδυ στη δύση του ηλίου κι' εμείς στεκόμεθα και χαιρετούμε.»

Μα ο Νάσος, ο μέλλων αξιωματικός του ναυτικού, την άκουσεν από την πλαγινή βάρκα.
«Όχι» φώναξεν «δεν λένε, ανεβάζουν και κατεβάζουν λένε έπαρσις και υποστολή της σημαίας.»

Η Μαγδαληνή, ζαλισμένη ακόμη, η καημενούλα, κάθονταν ήσυχα στα γόνατα της μητέρας της. Η Κυρία Μαράνου μεταξύ της Χρυσής και της Ανδρομάχης κύτταζε τριγύρω της, μα δεν έλεγε πολλά.

Όταν εις το τέλος έφθασαν στο Κόκκινο Σπίτι ακόμα πιο ζαλισμένη βρέθηκεν η Δανάη' όλα μαζί έπρεπε να τα δη και να τα καταλάβη. Την ανέβασαν λαχανιασμένη τις πλατειές σκάλες με τον τοίχο της μεγάλης ταράτσας από το ένα μέρος και τις ροδοδάφνες από το άλλο. Την παρουσίασεν βιαστικά η Ανδρομάχη στη Μαργαρώ που στέκονταν γελαστή με καθαρά ποδιά απ' έξω απ' το σπίτι'

«Να, αυτή 'ναι η φίλη μας η Δανάη Κοντούδη που σου είπαμε και που θα κοιμηθή στη μικρή κάμαρα στο πλάι του λουτρού»


(φωτ: Υ.)

Έπειτα, μέσα στο σπίτι πέρασαν σαν ταινία κινηματογράφου μπροστά από τα μάτια της Δανάης μεγάλες δροσερές κάμαρες με πλακάκια καταγής, παράθυρα απάνω στη θάλασσα και στα βουνά, κόκκινα γεράνια και σχίνοι σε διάφορα βάζα, μεγάλοι καναπέδες, χαμηλές βιβλιοθήκες, και βιβλία, βιβλία, βιβλία παντού.

Έπειτα βγήκαν όλοι μαζί, μεγάλοι, μικροί και σκυλιά από τη μπαλκονόπορτα της τραπεζαρίας στη μεγάλη ταράτσα.

Ο ήλιος είχε μόλις βασιλέψει, και μαζί με το βασίλεμμα ο άνεμος είχε πέσει εντελώς και η θάλασσα ησύχασε. Ο ουρανός πίσω απ' την Κοιμισμένη είχε γίνει σμαραγδένιος και τριανταφυλλής, και τα γεράνια στις μεγάλες γλάστρες είχαν χάσει το ζωηρό τους το κόκκινο χρώμα.

Τ' αντικρυνά βουνά της Πελοποννήσου είχαν ένα γλυκό χρώμα βυσινί' στη θάλασσα η αντανάκλαση των σπιτιών του Πόρου πήγαινε ως το βάθος με τρεμουλιαστές άσπρες γραμμές, και αλλού η αντανάκλαση ενός κυπαρισσιού μάκρυνε μαυροπράσινη και ατελείωτη.

Η Κυρία Μαράνου προχώρησε ως το πεζούλι της ταράτσας και ακουμπώντας εκεί με τα χέρια διπλωμένα κύτταζε τη θάλασσα χωρίς να μιλή.

Αλλά τα παιδιά δεν βαστούσαν πια'
«Δεν είναι έμμορφα;»
«Δεν είν' έκτακτα;»
«Δεν είναι ωραίο το νησί μας ;
«Δεν τα είπαμε σωστά;»

«Όχι» είπεν η Κυρία Μαράνου με τη γλυκειά και μάλλον βαθειά φωνή της' «όχι, δε μου τα είπατε σωστά. Μου είπατε πολύ λίγα. Δε φανταζόμουν ποτέ τέτοια εμμορφιά!»

Ιουλία Δ. Δραγούμη


Ιουλίας Δ. Δραγούμη, Στο νησί τους
Εκδόσεις: Ι.Ν. Σιδέρης, 193;




Η βίλλα Γαλήνη (το "Κόκκινο Σπίτι") (φωτ. Υ.)

Ετικέτες

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
  • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
  • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
  • . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
  • Powered by Blogger

    Εγγραφή σε
    Αναρτήσεις [Atom]